Wednesday, November 28, 2007

Projects: Un-built / Call for proposals. Α-κτιστο / Ανοικτή πρόσκληση

2008 international architecture research events
The Athens Byzantine and Christian Museum
in collaboration with SARCHA (School of ARCHitecture for All)

Call for proposals
Submission deadline: 4 February 2008

The Athens Byzantine and Christian Museum in collaboration with SARCHA (School of ARCHitecture for All) announce the launching of the 2008 international architecture research events. The programme will run for the whole year in the form of small-scale exhibitions, lectures, panel discussions, workshops, seminars and other events that will investigate the theme of the ‘un-built’ in a multidisciplinary context. Architects, artists, historians, archaeologists, theorists (political and social theorists included), etc, are invited to submit their proposals in any of the above categories of events and address the theme in a variety of ways.

The un-built has been historically associated with the so-called utopian or visionary architectural projects and with the operation of drawing or architecture writing as a critical tool. Architects, on the other hand, have always had the experience of un-built projects attributed to a wide range of reasons; from the ‘circumstantial’ ones related to financial or construction technology restrictions, architectural education, building regulations or policy particularities, to the less apparent social, historical, political issues, and the cultural stereotypes operative in a given context. The un-built is that which cannot be built or awaiting to be built as much as that which is drawn and discussed but not meant to be realised. It indicates a state of abjection and repression, designates a condition of potential conflict and holds the promise of transformation.

Nevertheless, in the current conditions of intense —and especially for the Greek cities and territory mainly unplanned— building activity, land privatization, market forces, and real estate appear committed to leave nothing un-built. The question that arises is not only what and why cannot be built; in a defensive and oppositional mode one is in fact tempted to ask about that which should remain un-built. The reasons are not restricted to environmental concerns, but there is —or so it appears— a direct link that connects the category of the ‘un-built’ to a renewed interest for the ‘public’. If the 60s un-built projects such as the Superstudio’s Continuous Monument dreamt of ‘an architectural model for total urbanization’ as the land of individual freedom and serenity, what is the potential that the ‘un-built’ holds today? And how can it be used as a tool for architectural invention? This is the aim that the series of events sets to investigate. Scholars and practitioners in all fields are invited to address any aspect of the un-built, historical or contemporary.

Please submit proposals for small-scale exhibitions (available exhibition space approx. 30 sqm., wall surface 15 m.) lectures, panel discussions, workshops, seminars or other events by filling the appropriate submission form [cf.] and e-mail it to: by 4 February 2008. The proposals (in Greek or English language) should contain the following info:
Proposal title, Category (exhibition/lecture/workshop/seminar/panel discussion/other), Content (300 words maximum), Short CV (100 words maximum), Contact Details: title [Mr, Mrs, dr, prof./name/occupation-affiliation/address/e-mail/tel./fax.]. Those who wish to include images, should attach only one image file (JPG, 150dpi in a viewable size max. A4) to their proposal.

Selection process/announcements
The proposals to be implemented will be selected by the SARCHA associates:
arch. Kalliope Kontozoglou (3SK architects), Dr Yannis Stavrakakis (associate professor, Aristotle University of Thessaloniki), Dr Maria Theodorou (director SARCHA), Dr Ivana Wingham (University of Brighton UK). The results will be announced by the end of February and all submitted proposals will be accessible at the Unbuilt website. The authors of successful proposals will be contacted to schedule the implementation of their project during 2008. The programme of events will be announced and start at the end of March.

The Byzantine Museum will contribute to the implementation of successful proposals by providing its premises, technical equipment, technical and secretarial support and will undertake the costs of promotion material, of leaflets, publications and the events’ video recording. Any other costs related to the implementation of the proposals such as transportation and insurance costs, re/production of material etc will be covered by their authors. The Byzantine Museum and SARCHA encourage and will support the participants in finding additional sponsorship if needed.

For further enquiries please contact Dr Maria Theodorou (, or call +30 210 7294926 or consult the website

Byzantine and Christian Museum
22 Vasilissis Sofias Avenue,
106 75 Athens, Greece

Διεθνή γεγονότα αρχιτεκτονικής έρευνας 2008

σε συνεργασία με τη SARCHA /Αρχιτεκτονικοί Αγωγοί


Ανοικτή πρόσκληση υποβολής προτάσεων
Προθεσμία υποβολής: 4 Φεβρουαρίου 2008

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών σε συνεργασία με τη SARCHA /Αρχιτεκτονικοί Αγωγοί εγκαινιάζει τη διοργάνωση ετήσιου προγράμματος συνεχούς ροής το οποίο θα περιλαμβάνει εκθέσεις μικρής κλίμακας, διαλέξεις, συζητήσεις, σεμινάρια, εργαστήρια και άλλες διεθνείς εκδηλώσεις σχετικές με την αρχιτεκτονική. Οι παρουσιάσεις οργανώνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένων θεματικών που θα επανακαθορίζονται σε ετήσια βάση, ώστε να συμβάλουν στην διερεύνηση επίκαιρων ζητημάτων που αποτελούν αντικείμενο αρχιτεκτονικής έρευνας αλλά απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Το ετήσιο θέμα για το 2008 αφορά στο Ά-κτιστο. Αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, θεωρητικοί (των περιοχών της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας συμπεριλαμβανομένων) και άλλες ειδικότητες επιστημόνων καλούνται να υποβάλουν προτάσεις σε οποιαδήποτε κατηγορία γεγονότων με στόχο τη διαθεματική προσέγγιση του Ά-κτιστου.

Το Ά-κτιστο, μια έννοια αρχιτεκτονική και θεολογική, έχει συνδεθεί ιστορικά με τα επονομαζόμενα ουτοπικά ή οραματικά αρχιτεκτονικά σχέδια καθώς και με τη λειτουργία του σχεδίου και της αρχιτεκτονικής γραφής ως εργαλείων κριτικής. Οι αρχιτέκτονες βέβαια έχουν και είχαν πάντα την εμπειρία της μη υλοποίησης αρχιτεκτονικών προτάσεων, που μπορεί να αποδοθεί σε διάφορες αιτίες —κάποιες από αυτές περιστασιακές, όπως οικονομικοί, κατασκευαστικοί περιορισμοί, ιδιαιτερότητες εφαρμοζόμενων πολιτικών, οικοδομικοί κανονισμοί, αρχιτεκτονική παιδεία κ.λπ, και άλλες λιγότερο προφανείς που αφορούν σε κοινωνικά, ιστορικά, πολιτικά ζητήματα και εδραιωμένα πολιτισμικά στερεότυπα. Ά-κτιστο είναι αυτό που δεν δύναται ή δεν πρέπει να κτιστεί, αυτό που αναμένει την υλοποίησή του αλλά και αυτό το οποίο σχεδιάζεται και συζητείται χωρίς πρόθεση πραγμάτωσης. Υποδηλώνει μια κατάσταση απόρριψης, απώθησης, αλλά και εν δυνάμει σύγκρουσης, ενώ παράλληλα φέρει την υπόσχεση της μεταμόρφωσης.

Στις παρούσες παγκόσμιες συνθήκες εντατικής —και απρογραμμάτιστης κυρίως όσον αφορά τις ελληνικές πόλεις και την ύπαιθρο— οικοδομικής δραστηριότητας και ιδιωτικοποίησης της γης, οι δυνάμεις της αγοράς και ειδικότερα η κτηματαγορά εμφανίζονται αποφασισμένες να μην αφήσουν τίποτα άκτιστο. Το ζήτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο στο τι και για ποιους λόγους δεν μπορεί να κτιστεί —υιοθετώντας μια αμυντική στάση και με διάθεση αντιπαράθεσης μπαίνει κανείς σε πειρασμό να ρωτήσει τι θα έπρεπε να παραμείνει ά-κτιστο. Οι λόγοι δεν περιορίζονται σε περιβαλλοντικά ζητήματα αλλά υπάρχει —ή τουλάχιστον εμφανίζεται να υπάρχει— μια άμεση σχέση που συνδέει την κατηγορία του ά-κτιστου με ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον δημόσιο χώρο. Αν οι μη πραγματοποιημένες προτάσεις της δεκαετίας του ’60, όπως το Συνεχές Μνημείο της ομάδας Superstudio, ονειρεύονταν ένα «αρχιτεκτονικό μοντέλο ολικής αστικοποίησης», ως τόπο ατομικών ελευθεριών και γαλήνης, ποια είναι η δυναμική που έχει σήμερα το ά-κτιστο και πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο αρχιτεκτονικής επινόησης; Αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται προς διερεύνηση. Θεωρητικοί και επαγγελματίες σε όλα τα σχετικά πεδία καλούνται να θέσουν προς εξέταση κάθε πλευρά του ά-κτιστου στο ιστορικό και σύγχρονο πλαίσιο.

Υποβολή προτάσεων
Μπορείτε να υποβάλετε προτάσεις για μικρής κλίμακας εκθέσεις (διαθέσιμος εκθεσιακός χώρος 30 τ.μ., επιφάνεια τοίχου 15 τ.μ.), διαλέξεις, συζητήσεις, σεμινάρια, εργαστήρια και άλλα γεγονότα, στέλνοντας συμπληρωμένo τo έντυπο συμμετοχής [βλ.] με e-mail στη διεύθυνση: μέχρι 4 Φεβρουαρίου 2008. Οι προτάσεις (σε ελληνική ή αγγλική γλώσσα) πρέπει να περιέχουν τα παρακάτω στοιχεία:
Τίτλος πρότασης, Κατηγορία (έκθεση / διάλεξη / συζητήση / σεμινάριο/ εργαστήριο / άλλο), Περιεχόμενο (300 λέξεις max.), Σύντομο βιογραφικό (100 λέξεις max.), Στοιχεία επικοινωνίας: τίτλος (κος, κα, δρ, καθηγ.) /όνομα /ιδιότητα-φορέας/ διεύθυνση /e-mail/τηλ./φαξ.
Όσοι επιθυμούν να αποστείλουν εικόνες μπορούν επισυνάψουν στην πρότασή τους ένα μόνο αρχείο εικόνας (JPG, 150dpi σε ευανάγνωστο μέγεθος max. A4).

Διαδικασία επιλογής / αναγγελία αποτελεσμάτων
Οι προτάσεις προς υλοποίηση θα επιλεγούν από τα παρακάτω μέλη της SARCHA: Αρχιτέκτων Καλλιόπη Κοντόζογλου (3SK architects), Δρ Γιάννης Σταυρακάκης (αναπληρωτής καθ. ΑΠΘ), Δρ Μαρία Θεοδώρου (διευθύντρια SARCHA), Δρ Ivana Wingham (Πανεπιστήμιο Brighton UK). Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στο τέλος Φεβρουαρίου, ενώ όλες οι υποβληθείσες προτάσεις θα παρουσιαστούν στην ιστοσελίδα του προγράμματος. Οι συντάκτες των προτάσεων που θα υλοποιηθούν θα ειδοποιηθούν για να προγραμματίσουν την παρουσίασή τους κατά τη διάρκεια του 2008. Το συνολικό πρόγραμμα γεγονότων θα ανακοινωθεί και θα ξεκινήσει στα τέλη Μαρτίου 2008.

Το Βυζαντινό Μουσείο θα συνεισφέρει στην υλοποίηση των προτάσεων που θα επιλεγούν παρέχοντας τους χώρους του, τεχνικό εξοπλισμό, τεχνική και γραμματειακή υποστήριξη, ενώ θα αναλάβει το κόστος του διαφημιστικού υλικού, των φυλλαδίων, των εκδόσεων καθώς και τη βιντεοσκόπηση των γεγονότων. Οποιοδήποτε άλλο κόστος που σχετίζεται με την υλοποίηση των προτάσεων, όπως μεταφορά και έξοδα ασφάλειας, παραγωγή/αναπαραγωγή υλικού προς παρουσίαση κ.λπ., θα βαρύνει τους συντάκτες των προτάσεων. Το Βυζαντινό Μουσείο και η SARCHA προτρέπουν και θα υποστηρίξουν προσπάθειες των συμμετεχόντων για εξεύρεση χορηγιών σε περίπτωση που αυτές είναι απαραίτητες για την υλοποίηση των προτάσεών τους.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνείτε με τη Δρ Μαρία Θεοδώρου (, ή τηλεφωνείτε στο +30 210 7294926. Μπορείτε επίσης να συμβουλευτείτε την ιστοσελίδα ή το ιστολόγιο

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
Βασ. Σοφίας 22 – 106 75 Αθήνα

Wednesday, March 21, 2007

QBY: Demolitions? Κατεδαφίσεις?

Εσείς πως αντιλαμβάνεστε το γκρέμισμα και τι σημαίνει αυτό προσωπικά για σας?
Ερώτηση: ομάδα μπλάνκο
Απάντηση: Μαρία Θεοδώρου

Η απάντηση μου θα περιοριστεί στην σχέση της αρχιτεκτονικής με την κατεδάφιση, και θα αναφερθεί στην σύγχρονη πόλη-γεννήτρια αστικών απορριμμάτων που παράγονται στην προσπάθεια μιας ατέρμονης απόδρασης, μη αποδοχής και δυσανεξίας στις εμπειρίες της φθοράς και του θανάτου.

Η αγγλική λέξη demolition περιλαμβάνει την ινδοευρωπαϊκή ρίζα dem*- από την οποία, -σύμφωνα με την ετυμολογική θεωρία του γνωστού γλωσσολόγου E. Benveniste - προέρχεται η οικογένεια των ελληνικών λέξεων που σχετίζονται με την οικοδομική δραστηριότητα: δόμος, δομή. δομώ κλπ. Όλοι αυτοί οι όροι απηχούν μια εμπειρία της δομής ως κτιριακή κατασκευή που την χαρακτηρίζει μια κατάσταση αστάθειας. Ο ομηρικός δόμος π.χ. αφορά την εμπειρία της κατοικίας ως ‘μεταβαλλόμενη σταθερότητα΄: Η συγκρότηση του μπορεί να διαλυθεί ανά πάσα στιγμή (Μ. Θεοδώρου, αδημοσίευτη. διδακτορική διατριβή). Ο αγγλικός όρος λοιπόν μας υπενθυμίζει την στενή σύνδεση και αλληλεξάρτηση της δόμησης με την απο-δόμηση, της οικοδόμησης με την κατεδάφιση. Και οι δύο όψεις αυτής της δραστηριότητας ενέχουν βία, την οποία συχνά απωθούμε στην περίπτωση της οικοδόμησης. Έθιμα θεμελίωσης και λαϊκές παραδόσεις, όπως ο εντοιχισμός γυναικών (γεφύρι της Άρτας και άλλες βαλκανικές ιστορίες), η σφαγή του κόκορα αλλά και ο αγιασμός συνιστούν εξορκισμό της βίας της οικοδόμησης. Η βία της κατεδάφισης από την άλλη πλευρά, δεν περιβάλλεται από αντίστοιχη λογοκρισία.

Κατεδαφίσεις πάντα περιλαμβάνονταν και συνεχίζουν να περιλαμβάνονται σε προγράμματα σχεδιασμού και ανοικοδόμησης/αναπλάσεων των πόλεων και θεωρούνται το αναπόφευκτο βήμα για την υλοποίηση αρχιτεκτονικών /πολεοδομικών οραμάτων. Στις πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων, πέρα από αυτή καθ’ αυτή την βία της κατεδάφισης, υπάρχει σχεδόν πάντα η βίαια μετακίνηση των ανθρώπων που ζουν στην υπό ανάπλαση περιοχή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η κατεδάφιση βρίσκεται στο οπλοστάσιο των πολεμικών τεχνικών: πόλεις, περιοχές ή κτίρια μετατρέπονται σε ερείπια, ώστε να διαλυθεί βίαια η ζωή που τα κατοικεί επειδή η ύπαρξη αυτών των ανθρώπων και όσων αντιπροσωπεύουν δεν είναι επιθυμητή. Στο παρελθόν αλλά και σήμερα πόλεις συνιστούν πολεμικούς στόχους.

Το καλύτερο παράδειγμα αρχιτεκτονικής πρότασης που δεν αποκρύπτει με ωραιοποιήσεις αλλά αποκαλύπτει την βία των αρχιτεκτονικών οραματισμών αποτελεί το Exodus: The voluntary Prisoners of Architecture των Ηλία Ζέγγελη και Rem Koolhaas που ‘ξυρίζει’ το κεντρικό Λονδίνο για να δημιουργήσει ένα κενό όπου θα εγκαταστήσει μια δραματική κατάσταση αρχιτεκτονικής ουτοπίας. Όμως αυτή ήταν η εποχή του 1970 ενώ σήμερα, οι αδυναμίες των ουτοπιών έχουν καταδειχτεί και τα οράματα κατεδαφιστεί, ή μάλλον έχουν αντικατασταθεί από το όραμα της κατεδάφισης ως αυτοσκοπό.

Σε αυτό το πλαίσιο, στην προεκλογική εκστρατεία του (05/2006) ο δήμαρχος της Αθήνας κ. Κακλαμάνης, στη θέση πιθανών προγραμμάτων ανάπλασης, εξήγγειλε ένα πρόγραμμα κατεδάφισης. Η Αθήνα είναι μια πόλη που αναπτύχθηκε χωρίς αρχιτεκτονικό /πολεοδομικό όραμα. Θα ήταν λοιπόν εξαιρετικά δύσκολο στην εποχή κρίσης των οραμάτων να διατυπωθεί μια συνολική πρόταση για την πόλη. Όμως αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται και θα πρέπει οι πολίτες/κάτοικοι της πόλης να το απαιτήσουν ενάντια στην ευκολία των κατεδαφίσεων - που βέβαια δεν έχουμε δει να υλοποιούνται. Επιπλέον είναι οξύμωρο να εξαγγέλλει ένας πολιτικός κατεδαφίσεις τη στιγμή που κανένα μέτρο δεν λαμβάνεται για να ελεγχθεί και να περιοριστεί η δόμηση στην Αθήνα, αλλά αντίθετα χτίζεται εντατικά κάθε άδεια περιοχή που έχει απομείνει.

Στις σημερινές συνθήκες των υπερ-δομημένων πόλεων, οι κατεδαφίσεις είναι όμως μια διεθνής πρακτική. Η μεγαλύτερη εταιρία κατεδαφίσεων CDI (Controlled Demolition Incorporation) είναι μια παγκοσμιοποιημένη εταιρία με γραφεία και συνδέσμους στις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου γιατί οι κατεδαφίσεις σε πολλές περιπτώσεις συνιστούν από μόνες τους ένα πολιτιστικό υπερθέαμα που εταιρίες οργανώνουν την παρακολούθηση του από το κοινό. Οι κατεδαφίσεις είναι σήμερα μια επικερδής επιχείρηση και δημοφιλής στις δημοτικές αρχές καθότι δημιουργούν μια κινητικότητα του χρήματος. Πολλές φορές αρκεί μία κατεδάφιση για να ανεβάσει την αξία μιας περιοχής.

Ιστορικά η δημιουργία και ανάπτυξη των μοντέρνων πόλεων στο δυτικό κόσμο συνδέεται με την επιθυμία ορθολογικής τακτοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων και με την ιδέα της διαρκούς προόδου. Η φθορά και ο θάνατος δεν είναι ανεκτά. Οτιδήποτε παλαιώνει πρέπει άμεσα να επισκευάζεται ή να κατεδαφίζεται. Διαφορετικά ολόκληρες πόλεις ή τμήματα τους θεωρούνται σε παρακμή και δεν είναι επιθυμητά να κατοικηθούν, άρα και οικονομικά επιζήμια. Η διαρκής προσπάθεια απαλλαγής από ότι παλαιώνει για να αντικατασταθεί με το νέο δημιουργεί μια συνεχή παραγωγή αστικών απορριμμάτων (ανθρώπων και πραγμάτων) που έχει ήδη δημιουργήσει οριακές καταστάσεις. Η επιδιωκόμενη σήμερα αειφορία των πόλεων δεν είναι παρά ευφημισμός που αφορά στο σχεδιασμό στρατηγικών επιβίωσης. Οι πόλεις στη Σαουδική Αραβία που τα τελευταία χρόνια αναδύονται ως σύμπλεγμα λαμπερών ουρανοξυστών που ξεπηδούν από την έρημο, μπορεί να καταλήξουν σε σωρούς άμμου, αφού η συντήρηση τους απαιτεί τεράστια ποσά ενέργειας.

Σε σχέση λοιπόν με την αρχιτεκτονική το ζήτημα για μένα προσωπικά, δεν είναι να μάθω να γκρεμίζω για να χτίσω αλλά να χτίζω έχοντας στο νου μου ότι το οικοδόμημα μου μια μέρα θα γκρεμιστεί.

© Μαρία Θεοδώρου

QTO: What is the distinction between ‘politics’ and the ‘political’? Ποια είναι η διάκριση ανάμεσα στην ‘πολιτική’ και το ‘πολιτικό’?

What is the distinction between ‘politics’ and the ‘political’?
Question: Maria Theodorou
Answer: Yannis Stavrakakis

I can refer here to the distinction as it has been formulated by Claude Lefort and developed by many contemporary political theorists (Laclau, Mouffe, Rosanvalon, etc.). Politics typically involves a profound topographical dimension. It is usually conceptualized as a distinct and clearly delimited area of phenomena (political institutions, ideologies, etc.) that, together with other – equally distinct – areas (the economy, culture, the legal sphere, etc.), comprise the totality of the social system. Such a view dominates mainstream social and political science. On the other hand, however, one needs to take into account the political as the ontological moment, the ontological horizon, of this (and of every) topography. Here the political is registered as a moment, an event that dislocates established orders and institutes aspects of society anew.

Yet we have to be careful at this point. If an exclusive concentration on politics as a given sub-system entails a disavowal of the political and, as a result, an unconditional legitimation of existing orders and a weakening of the possibility of critique and of imagining alternative futures, there is also the opposite danger: that of fetishizing the moment of the political in order to guarantee the possibility of a radical, total refoundation of the social beyond the (spatial) limits of any hegemony. Such a utopian fetishization ignores the constitutive dialectic between positive and negative, creativity and alienation, space and event, and can put in danger the democratic imaginary.
© Yannis Stavrakakis

Yannis Stavrakakis is Associate Professor of Political Science at the Aristotle University of Thessaloniki and visiting fellow at the Centre for Theoretical Studies at the University of Essex. He is the author of Lacan and the Political (Routledge, 1999) and The Lacanian Left (Edinburgh University Press-SUNY Press, forthcoming 2007).

Ποια είναι η διάκριση ανάμεσα στην ‘πολιτική’ και το ‘πολιτικό’?
Ερώτηση: Μαρία Θεοδώρου
Απάντηση: Γιάννης Σταυρακάκης

Μπορώ να αναφερθώ εδώ στην διάκριση ανάμεσα στην ‘πολιτική’ και το ‘πολιτικό’ όπως έχει διατυπωθεί από τον Claude Lefort και περαιτέρω αναπτυχθεί στο έργο πολλών σύγχρονων θεωρητικών (Laclau, Mouffe, Rosanvalon, κλπ.). Η πολιτική τυπικά συνδέεται με μια βαθιά εδραιωμένη τοπογραφική διάσταση. Εννοιολογικά ορίζεται συνήθως ως μια διακεκριμένη και ξεκάθαρα περιγεγραμμένη περιοχή φαινομένων (πολιτικοί θεσμοί, ιδεολογίες, κλπ.) η οποία μαζί με άλλες –εξ ίσου διακεκριμένες – περιοχές (οικονομία, κουλτούρα, δικαιϊκή σφαίρα κλπ.), συγκροτούν το σύνολο του κοινωνικού συστήματος. Αυτή η οπτική κυριαρχεί στην ορθόδοξη κοινωνική και πολιτική επιστήμη. Το πολιτικό, από την άλλη πλευρά, συνιστά την οντολογική στιγμή, τον οντολογικό ορίζοντα αυτής (αλλά και κάθε) τοπογραφίας. Εδώ το πολιτικό νοείται ως στιγμή, ως ένα συμβάν που διαταράσσει την εκάστοτε καθεστηκυία τάξη και θεσμίζει εκ νέου όψεις της κοινωνίας.

Πρέπει να είμαστε όμως προσεκτικοί σε αυτό το σημείο. Αν η αποκλειστική επικέντρωση στην πολιτική ως δεδομένο, παγιωμένο υπο-σύστημα, ενέχει μια απάρνηση του πολιτικού και συνεπάγεται την νομιμοποίηση της καθεστηκυίας τάξης και την αποδυνάμωση του κριτικού λόγου και της δυνατότητας άρθρωσης εναλλακτικών σχεδίων για το μέλλον, υπάρχει επίσης και ο αντίθετος κίνδυνος: Αυτός της φετιχοποίησης της στιγμής του πολιτικού, ως μιας στιγμής ριζικής και καθολικής επανα-θεμελίωσης του κοινωνικού πέραν των (χωρικών) ορίων κάθε ηγεμονίας. Αυτή η ουτοπική φετιχοποίηση αγνοεί την συστατική διαλεκτική ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, τη δημιουργικότητα και την αλλοτρίωση, το χώρο και το συμβάν, και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τον πυρήνα της δημοκρατικής επινόησης.
© Γιάννης Σταυρακάκης

Ο Γιάννης Σταυρακάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και είναι επισκέπτης ερευνητής στο Κέντρο Θεωρητικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Έσσεξ. Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται οι μονογραφίες: Ο Λακάν και το Πολιτικό (Routledge, 1999) και Η Λακανική Αριστερά (Edinburgh University Press-SUNY Press, υπό έκδοση 2007).

Friday, February 02, 2007

QTO: What are the Eco-villages and why does their popularity rise today? Τι είναι οι οικο-κοινότητες και γιατί γίνονται σήμερα δημοφιλείς?

What are the Eco-villages and why does their popularity rise today?
Question: Maria Theodorou
Answer: Nicholas Anastasopoulos

Εco-communities (or eco-villages as they are more commonly known) are socially, economically and ecologically sustainable communities usually of 50-150 people with concrete principles in regards to consumerism, food and energy self-reliance. Their focus is on locality and the environment and they have a clear social, economic and ecological structure. These are communities of a “human scale in which human activities are harmlessly integrated into the natural world in a way that is supportive of healthy human development and can be successfully continued into the indefinite future”. (Gilman, Robert, ‘The Eco-village Challenge’, in Context Quarterly, 3/1991 Langley, WA p.10)

Such communities can be found at various locations all over the world. Yet, the eco-village movement that has emerged in North America and Western Europe is currently seeing a rise in popularity. This can be interpreted mainly as a reaction to the international economic, political and environmental developments of recent decades, which have only been intensified between the mid 90s and today.

A conference entitled ‘Globalization and the Quest for Sustainability: New Alternative Models of Social and Spatial Organization in Europe’, was organized recently (20/1/2007) at the Cultural Center Melina Merkouri of the Athens Municipality in Greece. Its aim was to provide a forum for discussion on the eco-village movement discourse, showcasing examples and bringing to light views that allowed for information exchange.

The invited speakers traced the phenomenon of eco-villages mainly in Europe and discussed current trends and developments of such initiatives: Declan Kennedy, an architect and founding member of Lebensgarten referred to examples of eco-villages from Germany, the UK, Denmark and the USA, .such as Schafbruhl (Tubingen) Zisula Cordaches , founding member of Zegg, presented the history, identity and development of ZEGG, an eco-village founded on the grounds of the former FDR near the town of Belzig in Brandenburg. Zegg not only has an impressive track record in its brief history, but it also has had a positive impact on the adjacent areas where more eco-villages have recently sprouted and the prevalent mentality seems to be changing in positive directions that affect the local economy, ecology and social relations. It is worth noting that Zegg was founded on existing premises that functioned previously as training equestrian headquarters for the 3rd Reich Olympics in Berlin and later training facilities for agents of the regime, while they were built originally by Australian Germans in 1910.

Discussions that followed centered mainly on the current phenomenon of regional complimentary currencies, a policy that has surfaced in regions of Germany, Austria and other localities. The measure involves voluntary participation of residents in one region and it is accompanied by measures that favor local exchange and economy. The new institution of Gaia University as an innovative approach to education with emphasis on sustainability issues became also the subject of much debate.
©Nicholas Anastasopoulos

Nicholas Anastasopoulos is an architect, doctoral candidate at the Department of Architecture, NTUA. He has taught at the universities of Patras, the Athens NTUA and at Parsons School of Design, NY.

Related Links:
Eco-villages: and and
Lebensgarten and Zegg: and
Complimentary currencies: and

Τι είναι οι οικο-κοινότητες και γιατί γίνονται σήμερα δημοφιλείς?
Ερώτηση: Μαρία Θεοδώρου
Απάντηση: Νίκος Αναστασόπουλος
Ως οικο-κοινότητες εννοούμε μικρού συνήθως μεγέθους μορφές κατοίκησης (50-150 άτομα) με συνειδητές θέσεις και αρχές σε σχέση με την κατανάλωση, την διατροφική και ενεργειακή αυτονομία, την τοπικότητα και το περιβάλλον και με συγκεκριμένη κοινωνική, οικονομική και οικολογική οργάνωση. Πρόκειται για «κοινότητες με ανθρώπινη κλίμακα όπου οι ανθρώπινες δραστηριότητες εντάσσονται χωρίς επιβλαβείς συνέπειες στο περιβάλλον με τέτοιο τρόπο ώστε να υποστηρίζεται η υγιής ανάπτυξη και να μπορεί να υπάρχει συνέχεια στο μέλλον».(Gillman, Robert, The Eco-village Challenge, In Context Quarterly, 3/1991 Langley, WA p.10 )

Κοινότητες με αυτά τα χαρακτηριστικά υπάρχουν διάσπαρτες σε όλα τα σημεία του πλανήτη, αλλά το κίνημα των οικο-κοινοτήτων που αναπτύχθηκε κυρίως στη Βόρειο Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη, γνωρίζει πρόσφατα μία σημαντική άνθηση που μπορεί να ερμηνευθεί κυρίως ως αντίδραση στις διεθνείς οικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών που βέβαια έχουν ενταθεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα.

Η Ημερίδα που οργανώθηκε πρόσφατα σχετικά με το θέμα αυτό στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων Μελίνα Μερκούρη (20/1/2007) είχε τίτλο «Παγκοσμιοποίηση και το Αίτημα της Αειφορίας: Αναδυόμενα Εναλλακτικά Μοντέλα οικιστικής και κοινωνικής οργάνωσης στην Ευρώπη» και ήταν μία ευκαιρία για να συζητηθούν παραδείγματα, να ακουστούν απόψεις και να γίνει ανταλλαγή πληροφοριών.

Οι εισηγήσεις των ομιλητών σκιαγράφησαν μία εικόνα του φαινομένου των οικοκοινοτήτων στην Ευρώπη και μεταφέρθηκαν απόηχοι από τις τρέχουσες εξελίξεις και τον προβληματισμό που αναπτύσσεται σε αυτές μέσα από τοπικές πρωτοβουλίες. Ο Declan Kennedy εκτός από την οικο-κοινότητα Lebensgarten της οποίας αποτελεί μέλος, αναφέρθηκε σε παραδείγματα από οικο-κοινότητες στην Γερμανία, τη Βρετανία, την Δανία και την Αμερική όπως το Schafbruhl στο Tubingen της Γερμανίας, το Kolding στην Δανία, το Findhorn στη Σκοτία, κα. Η Ζησούλα Κουρδάκη παρουσίασε την ιστορία, την ταυτότητα και εξέλιξη της οικο-κοινότητας του Zegg, μίας κοινότητας που ιδρύθηκε το 1991 σε έδαφος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας στην περιοχή του Βραδεμβούργου, κοντά στη πόλη του Belzig. Το Zegg εκτός από το γεγονός της πολύ θετικής εξέλιξης του από την δημιουργία του μέχρι σήμερα, έχει επηρεάσει την ευρύτερη περιοχή όπου έχουν ξεπηδήσει και άλλες οικο-κοινότητες ή έχει σε κάποιο βαθμό αλλάξει η νοοτροπία των κατοίκων με θετικά αποτελέσματα γενικά στην οικονομία, την οικολογία και τις κοινωνικές σχέσεις του τόπου. Αξιοσημείωτο για την κοινότητα του Zegg είναι ότι ιδρύθηκε σε υπάρχουσες εγκαταστάσεις που αφορούσαν την εκπαίδευση αστυνομικών και πρακτόρων του καθεστώτος, που επίσης με τη σειρά τους διαδέχθηκαν εγκαταστάσεις εκπαίδευσης ιππασίας του 3ου Ράιχ για τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου, ενώ οι αρχικές υποδομές έγιναν από Αυστραλογερμανούς το 1910.

Oι συζητήσεις που ακολούθησαν αφορούσαν κυρίως το φαινόμενο των τοπικών συμπληρωματικών νομισμάτων. Υπάρχει η άποψη ότι η υιοθέτηση τοπικού νομίσματος που δεν αποτελεί πλέον κρατική μονάδα μέτρησης όπως πριν από την εισαγωγή του ευρώ, αλλά τοπική συμπληρωματική μονάδα που καλύπτει συγκεκριμένες γεωγραφικά περιοχές, η οποία μάλιστα συνοδεύεται με συγκεκριμένα μέτρα που ευνοούν την –τοπική- διακίνηση, ενισχύει την τοπική οικονομία.
© Νίκος Αναστασόπουλος

Ο Νίκος Αναστασόπουλος είναι αρχιτέκτων, υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας ,στο ΕΜΠ και στο Parsons School of Design στην Νέα Υόρκη.

Sunday, January 21, 2007

QBY: Is there a need currently emerging to activate the ‘political’ aspect of architecture and how it is manifested?

English (see Greek translation below)
Question:Takis Kambulis (
Answer: Maria Theodorou

We are currently reconsidering the after effects of a long held abandoning of urban policies that shaped European cities from the post war period until the 70’s. At that time, the political and social aspects of architecture constituted an important design factor. Architects envisioned a different society that they thought it was possible to be literally ‘built’. The outcome of realised projects was however shrouded in the negative reception of their users and the dismay of the architects. ‘Good intentions’ that went wrong brought an end to any further elaboration of such architectural visions and repressed any discussion on the reasons of the failure.

Since the 90’s, city planning has been left in the hands of real estate developers and the short-term visions of local politicians that see the regeneration of their cities through architecture. The intertwining of architecture, economy and politics has created a system of star architects submissive to the whims of their worldwide clients that require the production of impressive buildings. On the other hand, a profitable intense building activity in cities and rural areas shapes vertical or horizontal nucleus of wealth (mainly controlled areas), while junkyards of neglect and poverty occupy the ever expanding megacities. City problems are viewed as issues that demand technical and financial solutions by managers and experts. The failure of the 60’s and the 70’s architectural visions still censors any architectural approach that touches on the political.

Today, resistance to the current architecture practice and education is emerging among the ranks of a younger generation of architects. Architectural resistance attempts not only to understand the current city conditions by considering the political aspects of architecture, but also to reflect on the concept of ‘resistance’ within the history of architecture. It also aims at formulating positions and shape practices. Due to the effects of recuperation, the current mainstream trend for the 60’s and the 70’s architecture history fits also into this picture as it is manifested in the growing number of publications, exhibitions and conference on radical gestures and architectural utopias. The relation of architecture and power also figures on the lectures programme of architecture schools. It is in such a context that SARCHA was created. The inauguration of its activities is marked by seminars, lectures and workshops that investigate the relation of architecture to the political.

That which is manifested today is the need to examine the political aspect of architecture, but its potential should be redefined in the current context. We cannot however discuss architecture’s relation to the political by employing concepts produced or re-used in the 60’s. (space, participation, revolution etc.) This would only secure a regression into historicism. We need instead a history of the 60’s concepts that would assist us to put under scrutiny the relation of architecture and the political as such. The intellectual task of SARCHA’s associates will focus on unravelling this history, while architects will present public practices of action required in the current living conditions.
© Maria Theodorou

Εάν και πως εμφανίζεται σήμερα η αναγκαιότητα ενεργοποίησης του ‘πολιτικού’ ρόλου της αρχιτεκτονικής?
Ερώτηση: Τάκης Καμπύλης (
Απάντηση: Μαρία Θεοδώρου

Στη σημερινή εποχή επανεξετάζονται τα αποτελέσματα της εδώ και μερικές δεκαετίες πλήρους εγκατάλειψης των πολεοδομικών πολιτικών που κυριάρχησαν στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο και αναπτύχθηκαν πλήρως μέχρι και τη δεκαετία του ‘70. Η πολιτική και κοινωνική διάσταση της αρχιτεκτονικής αποτελούσαν εκείνη την εποχή, την σημαντική συνιστώσα του σχεδιασμού και οι αρχιτέκτονες φαντάζονταν μια διαφορετική κοινωνία που θα μπορούσε κυριολεκτικά να ‘χτιστεί’. Όμως η αποτυχία των υλοποιημένων πολεοδομικών σχεδιασμών που είχαν κάθε άλλο παρά θερμή υποδοχή από τους χρήστες τους, περιέβαλε με ένα κλίμα απογοήτευσης τα αρχιτεκτονικά οράματα. Η αποτυχία των ‘καλών προθέσεων’ των αρχιτεκτόνων αφενός εμπόδισε κάθε περαιτέρω επεξεργασία παρόμοιων προσπαθειών και αφετέρου, απώθησε κάθε συζήτηση για τα αίτια της.

Ο σχεδιασμός των πόλεων από την δεκαετία του 1990 και μετά παραδόθηκε στην κτηματαγορά και στα μικροπολιτικά οράματα τοπικών πολιτικών που φαντάζονται την αναγέννηση των πόλεων τους μέσω της αρχιτεκτονικής. Στο σημείο που αρχιτεκτονική, οικονομία και πολιτική διαπλέκονται, αναπτύχθηκε ένα σταρ-σύστεμ αρχιτεκτόνων που κατασκευάζουν εντυπωσιακά κτίρια σε όλο τον κόσμο με αντάλλαγμα την πλήρη υποταγή στις εντολές των πελατών τους. Επιπλέον, η επικερδής εντατική οικοδομική δραστηριότητα που παρατηρείται σήμερα στις πόλεις και την ύπαιθρο είναι σημειακή, δημιουργεί κατακόρυφες ή οριζόντιες νησίδες ευημερίας, στην πλειονότητα πλήρως ελεγχόμενες περιοχές, ενώ σκουπιδότοποι εγκατάλειψης και φτώχιας αποτελούν το όλο και μεγαλύτερο τμήμα των γιγαντωμένων πόλεων. Τα προβλήματα των πόλεων αντιμετωπίζονται σε αυτό το πλαίσιο ως καθαρά τεχνο-οικονομικά ζητήματα που απαιτούν αντίστοιχες λύσεις και διαχείριση από τους ειδικούς. Η αποτυχία των αρχιτεκτονικών οραμάτων της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70 φαίνεται να λογοκρίνει κάθε προσέγγιση που θα συνέδεε την αρχιτεκτονική με το πολιτικό.

‘Όμως, σήμερα αρχίζει να δημιουργείται, κυρίως ανάμεσα σε αρχιτέκτονες της νεώτερης γενιάς, μια τάση αντίστασης στον κυρίαρχο τρόπο άσκησης της αρχιτεκτονικής αλλά και της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Η αρχιτεκτονική αντίσταση δεν στοχεύει μόνο στην κατανόηση των σημερινών αστικών φαινομένων, αλλά και στην μελέτη της έννοιας της ‘αντίστασης’ στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, ενώ παράλληλα επιδιώκει τη διατύπωση θέσεων και τη διαμόρφωση πρακτικών. Το σημερινό ενδιαφέρον για την δεκαετία του ‘60 και του ‘70 δεν είναι επίσης τυχαίο. Οι εκδόσεις, εκθέσεις και συνέδρια που αφορούν ριζοσπαστικές αρχιτεκτονικές χειρονομίες του παρελθόντος πληθαίνουν, ενώ τα θέματα που αφορούν την αρχιτεκτονική ουτοπία και την σχέσης της αρχιτεκτονικής με την εξουσία αρχίζουν να εμφανίζονται στα προγράμματα διαλέξεων των αρχιτεκτονικών σχολών. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε SARCHA. Η έναρξη των δράσεων της σηματοδοτείται με την υλοποίηση σεμιναρίων διαλέξεων και εργαστηρίων που ερευνούν τη σχέση της αρχιτεκτονικής με το πολιτικό.

Αυτό που αναδύεται λοιπόν είναι η ανάγκη εξέτασης του πολιτικού ρόλου της αρχιτεκτονικής, η δυναμική του οποίου θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί στις σημερινές συνθήκες. Δεν είναι όμως δυνατόν να διερευνηθεί η σχέση της αρχιτεκτονικής με το πολιτικό χρησιμοποιώντας δεδομένες έννοιες που κυριάρχησαν το ‘60 (χώρος, συμμετοχή, επανάσταση, κλπ) χωρίς να πέσουμε στην παγίδα του ιστορικισμού. Η ιστορική αντιμετώπιση των εννοιών που παρήχθησαν ή χρησιμοποιήθηκαν με έναν ορισμένο τρόπο το ‘60 είναι απαραίτητη αν θέλουμε να εξετάσουμε διεξοδικά το πως αυτή καθαυτή η σχέση της αρχιτεκτονικής με το πολιτικό εγκαθιδρύεται. Το θεωρητικό έργο όσων συμμετέχουν στη SARCHA θα εστιάσει σε αυτό το ιστορικό θέμα ενώ παράλληλα αρχιτέκτονες θα παρουσιάσουν στο κοινό πρακτικές ενεργοποίησης και δράσεων που απαιτούν οι σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης.
© Μαρία Θεοδώρου

Wednesday, January 17, 2007

FAQ 11: What is the format of public exchange in the blog? Ποια μορφή έχει η δημόσια ανταλλαγή στο blog?

The public exchange is shaped in a Question /Answer format. Alongside FAQ (Frequently Asked Questions) - centred on organisational issues of sarcha - QBY and QTO are the indicators of an active exchange: QBY are questions posed by an associate and answered by sarcha while QTO are questions asked by sarcha and answered by associate/s. Comments can be posted to all three kinds of the Question /Answer scheme.

Η δημόσια ανταλλαγή έχει την μορφή Ερωτήσεων/Απαντήσεων. Εκτός από FAQ (συνήθεις ερωτήσεις) που αφορούν οργανωτικά θέματα της sarcha, οι ενδείξεις QBY και QTO σηματοδοτούν την ενεργή ανταλλαγή: QBY είναι ερωτήσεις που τίθενται από συμμετέχοντες για να απαντηθούν από τη sarcha ενώ QTO είναι ερωτήσεις που θέτει η sarcha και απαντώνται από συμμετέχοντες. Σχόλια υποβάλλονται σε όλα τα είδη ερωτήσεων/απαντήσεων